ημίεκτον

ἡμίεκτον και ἡμιέκτεων και ἡμιεκτέον και ἡμιέκτειον, το (Α)
1. μισός εκτεύς*
2. αγγείο που περιέχει μισόν εκτέα
3. φρ. «ἡμίεκτον χρυσοῡ» — οκτώ οβολοί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημι-* + -εκτον (< εκτεύς «έκτο μέρος τού μεδίμνου»), πρβλ. αμφί-εκτον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἡμίεκτον — half neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμιέκτου — ἡμίεκτον half neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμιέκτῳ — ἡμίεκτον half neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίεκτα — ἡμίεκτον half neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Unidades de medida de la antigua Grecia — Este artículo o sección necesita ser wikificado con un formato acorde a las convenciones de estilo. Por favor, edítalo para que las cumpla. Mientras tanto, no elimines este aviso puesto el 22 de septiembre de 2011. También puedes ayudar… …   Wikipedia Español

  • ημίτεια — ἡμίτεια, ἡ (Α) επιγρ. μισή, το μισό ενός μέτρου χωρητικότητας, πιθ. το ημίεκτον* …   Dictionary of Greek

  • κάδδιχος — κάδδιχος, ὁ (Α) 1. (κατά τον Πλούτ.) το δοχείο στο οποίο έβαζαν τα ψίχουλα 2. κάλπη 3. (κατά τον Ησύχ.) α) σικελικό μέτρο, ίσως το ημίεκτον* β) άρτος που προσφερόταν στους θεούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάδος, με εκφραστικό αναδιπλασιασμό ( δδ ) και… …   Dictionary of Greek

  • μετρώ — άω (ΑΜ μετρῶ, έω) [μέτρον] 1. προσδιορίζω τις διαστάσεις, την ένταση ή την αξία ενός πράγματος με βάση ορισμένη μετρική μονάδα (α. «το οικόπεδο μετρήθηκε και είναι 450 τετραγωνικά μέτρα» β. «τάς χώρας σφέων μετρήσας κατά παρασάγγας», Ηρόδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.